Η φίλη Βολίνα μου το έστειλε και το παραθέτω αυτούσιο , με την παρατήρηση ότι λίγο ποιό πριν έλειπαν πολλά αοπό αυτά τα στοιχειώδη (θέρμανση στα σχολεία, ψυχαγωγία κλπ)

Όταν έφτασε ο καιρός να πάω σχολείο, δεν υπήρχαν νηπιαγωγεία. Τα παιδιά πηγαίναμε κατ' ευθείαν πρώτη. Ούτε λύκειο υπήρχε τότε. Το γυμνάσιο είχε έξη τάξεις, όπως γνωρίζουν οι νεώτεροί μου από τις διηγήσεις των γονιών τους.  Τα στυλό μόλις είχαν αρχίσει να κυκλοφορούν. Εγώ προσωπικά, όταν σταμάτησε η υποχρεωτική χρήση του μολυβιού, (δηλαδή στην τετάρτη δημοτικού), εν πρώτοις χρησιμοποίησα κονδυλοφόρο, πένα και μελάνι. Στην πέμπτη βέβαια, τα παιδιά της Αθήνας χρησιμοποιήσαμε στυλό.


Στα μπακάλικα ψωνίζαμε με την οκά. Μια οκά = 400 δράμια. Τα μακαρόνια, το ρύζι, η ζάχαρη ήταν χύμα, ο μπακάλης μας τα ζύγιζε και μας τα έβαζε σε χαρτοσακούλα, πλαστικό δεν υπήρχε. Τα ψώνια οι νοικοκυρές τα βάζανε σε δίχτυα από σπάγκο.

Χύμα επίσης ήταν και τα τσιγάρα. Θυμάμαι, ένα ξύλινο κουτί των εκατό τεμαχίων μάρκας «Ματσάγκος», που ο μπακάλης τα έδινε ένα, δυο, τρία, όσα του ζήταγες. Βέβαια υπήρχαν και τα κουτιά, τα Σαντέ και τα Άσσος, όλα άφιλτρα εννοείται.

Ο μανάβης γύριζε με το κάρο και το γαϊδουράκι. Ο ψαράς με ένα πλακέ κοφίνι στο κεφάλι.

Το ότι δεν υπήρχε πλαστικό είχε σαν συνέπεια, να μην υπάρχουν φθηνά παιδικά παιχνίδια. Οι κούκλες ήταν από κόκαλο, δηλαδή απλησίαστες, τα περισσότερα κορίτσια είχαν πάνινες. Τα αγορίστικα παιχνίδια, ή τα κουζινικά, ήταν φτιαγμένα από τενεκέ.

Υπήρχαν καραμέλες και σοκολάτες. Η μικρή σοκολάτα είχε 50 λεπτά και ήταν ακριβή. Η μαμά μου θυμάμαι, έλεγε όταν της ζητάγαμε να μας αγοράσει, πως τα οικονομικά του (μηχανολόγου) πατέρα μου, δεν μας επέτρεπε να αγοράζουμε 3 σοκολάτες, παρά μόνο μια φορά την εβδομάδα, την Κυριακή. Οι πάστες ήταν δυσεύρετες, το παγωτό σπάνιο. Εβγα και Αστυ αυτές οι μάρκες μόνο. Ξυλάκια βανίλια, κακάο, με επικάλυψη σοκολάτα και κυπελλάκια. Οι πύραυλοι ήρθαν πολύ αργότερα.

Τα αυτοκίνητα σπάνια. Φανάρια στους δρόμους δεν υπήρχαν όταν πήγα πρώτη δημοτικού. Στην πλατεία Ομονοίας τριγύρω στον κύκλο ανθοπωλεία. Τηλέφωνα είχαν μόνο οι πολύ πλούσιοι. Στο προάστιο που μεγάλωσα υπήρχε μόνο ένα, σ' ένα ψιλικατζήδικο. Η ψιληκατζού έβγαινε φώναζε σαν τελάλης, αν χρειαζόταν να ειδοποιηθεί κάποιος τηλεφωνικά.

Εχετε δει την ταινία με το Ζήκο, ή την οικογένεια Χωραφά; Σε μια τέτοια εποχή μεγάλωσα, μόνο που στο προάστιο των παιδικών μου χρόνων δεν υπήρχαν ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι, εκτός από την λεωφόρο Ηρακλείου.


Τα δημοτικά σχολεία ζεσταίνονταν με ξυλόσομπες. Κάθε παιδί κουβαλούσε τα ξύλα του. 60 παιδιά στην αίθουσα,  συνδικασκαλία δυο σχολικές χρονιές μαζί. Τα δευτερεύοντα μαθήματα ήταν κοινά και στις δυο τάξεις, τα πρωτεύοντα όχι. Στους τοίχους απαραιτήτως πορτραίτα ηρώων του 1821, του Χριστού και του βασιλιά. Πάνω απ' όλα όμως η Ελλάδα. Ζήτω η 25η Μαρτίου, ζήτω η 28η Οκτωβρίου. Η Ελλάδα παντού και πάντα, αθάνατη, περήφανη, η μάνα μας, η ζωή μας. Η Ελληνική σημαία υπεράνω όλων και πανταχού παρών. Τα πάντα για την Ελλάδα, τα πάντα για την σημαία. Τον βασιλιά οι περισσότεροι δεν τον ήθελαν, ανεχόντουσαν τη φωτογραφία του στους δημόσιους χώρους, γιατί κανείς δεν μπορούσε να πράξει διαφορετικά, κανείς δεν τολμούσε να μιλήσει, αλλά όταν παιζόταν ο Εθνικός Ύμνος όλοι ανατρίχιαζαν. Η πατρίδα πάνω απ' όλα. Αλλά και η δημοκρατία. Η ψήφος.


Συγκινούμαι, όταν θυμάμαι τη γιαγιά μου και τη μαμά μου, η γιαγιά με στενή φούστα και η μαμά με φουρό, να φοράνε τα κομψά καπελάκια τους στραβά, (της γιαγιά είχε και βέλο), να ισιώνουν τη ραφή στις κάλτσες τους, να στρώνουν το κοκκινάδι και το ρουζ, και να τραβάνε αλά μπρατσέτα για το εκλογικό κέντρο της γειτονιάς, τη χρονιά που οι γυναίκες ψήφισαν για πρώτη φορά. Σαν να το βλέπω μπροστά μου, μετά από τόσαααα χρόνια.

 


Σας ζάλισα.

Σας τα είπα όλ' αυτά, για να καταλάβετε πόσο ντράπηκα, όταν, μεγάλη πιά, με παιδιά εφήβους, άκουσα τον πρωθυπουργό της ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΜΟΥ,  να ευχαριστεί τις Ηνωμένες Πολιτείες, επειδή μας βοήθησαν να ξεπεράσουμε την κρίση στα Ίμια.

Πόσο ντράπηκα τότε.

Με είχαν μεγαλώσει να είμαι περήφανη για την πατρίδα μου, ήξερα, πως αν χρειαστεί θα θυσιάσω τη ζωή μου και τη ζωή των παιδιών μου σαν Σπαρτιάτισσα, θα το έκανα και δεν είχα ανάγκη να με βοηθήσει κανείς, είχα τη ζωή μου να δώσω.

Αργότερα, έκλαψα, όταν πέρασα από τον Πειραιά, από τη συνοικία του Παπαστράτου, και είδα, πως είχαν μετονομάσει μια βασική οδό σε οδό «Βλαχάκου» το όνομα του παλικαριού που σκοτώθηκε στην κρίση που μας βοήθησαν οι προστάτες μας οι Αμερικάνοι να ξεπεράσουμε. Του παλικαριού που σκοτώθηκε από το αεράκι που φύσηξε και πέταξε και πήρε μαζί του τη Ελληνική σημαία, εκείνο το βράδυ.


Πόσο ντράπηκα τότε!


Πόσο ντρέπομαι σήμερα, που είδα, πως μια οργάνωση την οποία δεν υποστήριξα, ούτε θα υποστηρίξω ποτέ,  θυμήθηκε και τίμησε ένα γεγονός, που δεν θα έπρεπε να ξεχάσει κανένας Έλληνας, κανένα κόμμα, καμία πολιτική οργάνωση, κανένα μέσο μαζικής ενημέρωσης.

Ντροπή. Ντροπή.


(Για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης δεν έχω λόγω να παραπονεθώ. Έχουν να ασχοληθούν με πιο σοβαρά πράγματα. Πχ.. το διαζύγιο της κας Μενεγάκη. Τώρα δηλαδή, θ' αφήσουμε το γάμο, να πάμε για πουρνάρια;)

 

http://www..youtube.com/watch?v=2NpFNAdljj4